Προβολή ταινίας στο taf την Τρίτη 30 Νοεμβρίου στις 19:00
νορμανού 5, μοναστηράκι
Την Τρίτη 30 Νοεμβρίου στις 19:00 και στο πλαίσιο της έκθεσης «Κρυμμένη Αθήνα» προβάλλεται στο χώρο του Taf η ταινία του Γιάννη Φάγκρα «Πες στη Μορφίνη ακόμα την ψάχνω» (2001). Μια αυθεντική περιπλάνηση στο περιθώριο της παραβατικής Αθήνας.
Πρόκειται για την διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος της Νικόλ Ρούσου στον κινηματογράφο. Όπως η ίδια η συγγραφέας σημειώνει: «Η Μορφίνη στην πόλη: μια παρδαλή γάτα σαν πατσαβούρι κι ένας αλλιώτικος κόσμος μέσα στον κόσμο. Στους δρόμους, τις αυλές και τις ταράτσες του, πλάσματα της νύχτας, σχεδόν ανίδεα ή αδιάφορα για την πρωινή πραγματικότητα, επιβιώνουν με τους δικούς τους νόμους και την καταδικιά τους βέβηλη γλώσσα, παίζοντας πότε με σκληρότητα και αγριάδα, πότε με τρυφερότητα και σωτήριο χιούμορ. Σ’ αυτό το περιθώριο ανάμεσα στην παρανομία και την έκσταση, σ’ αυτό τον κώδικα ανάμεσα στην απάθεια και την απόλυτη έκφραση ακροβατεί το κεντρικό πρόσωπο του μύθου.»
Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση με τον σκηνοθέτη Γιάννη Φάγκρα.
Πες στη Μορφίνη ακόμα την ψάχνω του Γιάννη Φάγκρα (2001) μια αυθεντική περιπλάνηση στο περιθώριο της παραβατικής Αθήνας
Κωνσταντίνος Χατζηφραγκιός-Μακρυδάκης Δρ. Μηχανικός ΕΜΠ
Πρόκειται για την διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος της Νικόλ Ρούσου στον κινηματογράφο. Η Ρίκι είναι ένα μοναχικό αγρίμι, ένα αγοροκόριτσο που ζει στο περιθώριο οδηγώντας τη μοτοσικλέτα της στις λεωφόρους και τα στενά μιας επικίνδυνης πόλης, σε μια διαδρομή ενηλικίωσης που θα την αλλάξει οριστικά και θα την φτάσει στο τέλος της αθωότητας. Η ηρωίδα ακροβατεί μεταξύ παρανομίας και περιθωρίου, ζει την προσωπική της εκδοχή ελευθερίας, δίχως αυταπάτες, γαντζωμένη σφιχτά στο παρόν, ενώ ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί λιτά και αποδίδει ρεαλιστικά στα ασπρόμαυρα πλάνα του περιθωριοποιημένες περιοχές και αστικά κενά μιας πόλης αφιλόξενης. Παρατηρώντας από απόσταση καταγράφει με αυθεντικό τρόπο τις πιάτσες των ναρκωτικών, δίχως στιγματισμούς ή ωραιοποιήσεις. Κομμάτια του περιθωρίου της πόλης, τόποι απραξίας, κλοπών και διακίνησης ναρκωτικών ξετυλίγονται μέσα από την παραισθητική ματιά των απαγορευμένων ουσιών σε ταράτσες κι εγκαταλελειμμένους αστικούς χώρους μετάβασης. Είναι ενδεικτικά τα πλάνα από μια ταράτσα στον Πειραιά, καθώς όταν η πόλη απομακρύνεται από το έδαφος, η ταράτσα μοιάζει να ικανοποιεί το ιδανικό του βλέμματος, τη θέα προς τα εμπρός και τη θέα προς τα επάνω σαν πράξη νοσταλγίας, απόγνωσης ή αντίστασης σ’ ένα αστικό περιβάλλον που γίνεται μέρα με την μέρα ακόμη πιο εχθρικό, ακόμη πιο ανοίκειο. Η αρχιτεκτονική εκεί μεταφράζεται σε μια ιδιότυπη γνώση των αποστάσεων και όχι των λεπτομερειών.
Σύμφωνα με την ίδια τη συγγραφέα η ακροβασία της ηρωίδας είναι συνειδητή επιλογή «ανάμεσα σε μια ζωή κοινωνικά αποδεκτή που θα την ένιωθε σαν φυλακή ή μια ζωή στο περιθώριο που έκρυβε κινδύνους, αλλά όχι τέλμα». Είναι αποτραβηγμένη στη δική της πραγματικότητα, στην μοναξιά και την ανασφάλεια, που της παρέχει όμως τη δυνατότητα να ζει πέρα από κοινωνικές συμβάσεις και καθωσπρεπισμούς. Ο ρυθμός της ταινίας ακολουθεί την εσωτερική μελαγχολία της. Ο εγκλωβισμός της είναι σταδιακός, καθώς από το δώμα με θέα στο λιμάνι και την ονειρική διαφυγή οδηγείται σ’ ένα εσωτερικό δωμάτιο δίχως θέα. Μονάχα δύο πρόσωπα την περιβάλλουν. Ο πιτσιρικάς, που η ίδια αποκαλεί Ασταρόθ, στον οποίο αναγνωρίζει το παρελθόν της και τα λάθη της και ο σαραντάρης Σίμος μια πιθανή εκδοχή του μέλλοντός της μέσα από το ανούσιο «ξόδεμα» και την παραίτηση.
Μοναδικό φιλαράκι της είναι μια γάτα, η Μορφίνη… «Η Μορφίνη στην πόλη: μια παρδαλή γάτα σαν πατσαβούρι κι ένας αλλιώτικος κόσμος μέσα στον κόσμο. Στους δρόμους, τις αυλές και τις ταράτσες του, πλάσματα της νύχτας, σχεδόν ανίδεα ή αδιάφορα για την πρωινή πραγματικότητα, επιβιώνουν με τους δικούς τους νόμους και την καταδικιά τους βέβηλη γλώσσα, παίζοντας πότε με σκληρότητα και αγριάδα, πότε με τρυφερότητα και σωτήριο χιούμορ. Σ’ αυτό το περιθώριο ανάμεσα στην παρανομία και την έκσταση, σ’ αυτό τον κώδικα ανάμεσα στην απάθεια και την απόλυτη έκφραση ακροβατεί το κεντρικό πρόσωπο του μύθου.» (Νικόλ Ρούσου)
Ο υπαινικτικός τίτλος της ταινίας είναι τελικά μια ανοιχτή υπόσχεση και συνάμα ένα τρυφερό υστερόγραφο επιστροφής στην αθωότητα και προσωπικής αναζήτησης της ελευθερίας.
πες στη Μορφίνη ακόμα την ψάχνω
Προβολή ταινίας στο taf την Τρίτη 30 Νοεμβρίου στις 19:00
νορμανού 5, μοναστηράκι
Την Τρίτη 30 Νοεμβρίου στις 19:00 και στο πλαίσιο της έκθεσης «Κρυμμένη Αθήνα» προβάλλεται στο χώρο του Taf η ταινία του Γιάννη Φάγκρα «Πες στη Μορφίνη ακόμα την ψάχνω» (2001). Μια αυθεντική περιπλάνηση στο περιθώριο της παραβατικής Αθήνας.
Πρόκειται για την διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος της Νικόλ Ρούσου στον κινηματογράφο. Όπως η ίδια η συγγραφέας σημειώνει: «Η Μορφίνη στην πόλη: μια παρδαλή γάτα σαν πατσαβούρι κι ένας αλλιώτικος κόσμος μέσα στον κόσμο. Στους δρόμους, τις αυλές και τις ταράτσες του, πλάσματα της νύχτας, σχεδόν ανίδεα ή αδιάφορα για την πρωινή πραγματικότητα, επιβιώνουν με τους δικούς τους νόμους και την καταδικιά τους βέβηλη γλώσσα, παίζοντας πότε με σκληρότητα και αγριάδα, πότε με τρυφερότητα και σωτήριο χιούμορ. Σ’ αυτό το περιθώριο ανάμεσα στην παρανομία και την έκσταση, σ’ αυτό τον κώδικα ανάμεσα στην απάθεια και την απόλυτη έκφραση ακροβατεί το κεντρικό πρόσωπο του μύθου.»
Μετά την προβολή θα ακολουθήσει συζήτηση με τον σκηνοθέτη Γιάννη Φάγκρα.
μια αυθεντική περιπλάνηση στο περιθώριο της παραβατικής Αθήνας
Κωνσταντίνος Χατζηφραγκιός-Μακρυδάκης Δρ. Μηχανικός ΕΜΠ
Πρόκειται για την διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος της Νικόλ Ρούσου στον κινηματογράφο. Η Ρίκι είναι ένα μοναχικό αγρίμι, ένα αγοροκόριτσο που ζει στο περιθώριο οδηγώντας τη μοτοσικλέτα της στις λεωφόρους και τα στενά μιας επικίνδυνης πόλης, σε μια διαδρομή ενηλικίωσης που θα την αλλάξει οριστικά και θα την φτάσει στο τέλος της αθωότητας. Η ηρωίδα ακροβατεί μεταξύ παρανομίας και περιθωρίου, ζει την προσωπική της εκδοχή ελευθερίας, δίχως αυταπάτες, γαντζωμένη σφιχτά στο παρόν, ενώ ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί λιτά και αποδίδει ρεαλιστικά στα ασπρόμαυρα πλάνα του περιθωριοποιημένες περιοχές και αστικά κενά μιας πόλης αφιλόξενης. Παρατηρώντας από απόσταση καταγράφει με αυθεντικό τρόπο τις πιάτσες των ναρκωτικών, δίχως στιγματισμούς ή ωραιοποιήσεις. Κομμάτια του περιθωρίου της πόλης, τόποι απραξίας, κλοπών και διακίνησης ναρκωτικών ξετυλίγονται μέσα από την παραισθητική ματιά των απαγορευμένων ουσιών σε ταράτσες κι εγκαταλελειμμένους αστικούς χώρους μετάβασης. Είναι ενδεικτικά τα πλάνα από μια ταράτσα στον Πειραιά, καθώς όταν η πόλη απομακρύνεται από το έδαφος, η ταράτσα μοιάζει να ικανοποιεί το ιδανικό του βλέμματος, τη θέα προς τα εμπρός και τη θέα προς τα επάνω σαν πράξη νοσταλγίας, απόγνωσης ή αντίστασης σ’ ένα αστικό περιβάλλον που γίνεται μέρα με την μέρα ακόμη πιο εχθρικό, ακόμη πιο ανοίκειο. Η αρχιτεκτονική εκεί μεταφράζεται σε μια ιδιότυπη γνώση των αποστάσεων και όχι των λεπτομερειών.
Σύμφωνα με την ίδια τη συγγραφέα η ακροβασία της ηρωίδας είναι συνειδητή επιλογή «ανάμεσα σε μια ζωή κοινωνικά αποδεκτή που θα την ένιωθε σαν φυλακή ή μια ζωή στο περιθώριο που έκρυβε κινδύνους, αλλά όχι τέλμα». Είναι αποτραβηγμένη στη δική της πραγματικότητα, στην μοναξιά και την ανασφάλεια, που της παρέχει όμως τη δυνατότητα να ζει πέρα από κοινωνικές συμβάσεις και καθωσπρεπισμούς. Ο ρυθμός της ταινίας ακολουθεί την εσωτερική μελαγχολία της. Ο εγκλωβισμός της είναι σταδιακός, καθώς από το δώμα με θέα στο λιμάνι και την ονειρική διαφυγή οδηγείται σ’ ένα εσωτερικό δωμάτιο δίχως θέα. Μονάχα δύο πρόσωπα την περιβάλλουν. Ο πιτσιρικάς, που η ίδια αποκαλεί Ασταρόθ, στον οποίο αναγνωρίζει το παρελθόν της και τα λάθη της και ο σαραντάρης Σίμος μια πιθανή εκδοχή του μέλλοντός της μέσα από το ανούσιο «ξόδεμα» και την παραίτηση.
Μοναδικό φιλαράκι της είναι μια γάτα, η Μορφίνη…
«Η Μορφίνη στην πόλη: μια παρδαλή γάτα σαν πατσαβούρι κι ένας αλλιώτικος κόσμος μέσα στον κόσμο. Στους δρόμους, τις αυλές και τις ταράτσες του, πλάσματα της νύχτας, σχεδόν ανίδεα ή αδιάφορα για την πρωινή πραγματικότητα, επιβιώνουν με τους δικούς τους νόμους και την καταδικιά τους βέβηλη γλώσσα, παίζοντας πότε με σκληρότητα και αγριάδα, πότε με τρυφερότητα και σωτήριο χιούμορ. Σ’ αυτό το περιθώριο ανάμεσα στην παρανομία και την έκσταση, σ’ αυτό τον κώδικα ανάμεσα στην απάθεια και την απόλυτη έκφραση ακροβατεί το κεντρικό πρόσωπο του μύθου.» (Νικόλ Ρούσου)
Ο υπαινικτικός τίτλος της ταινίας είναι τελικά μια ανοιχτή υπόσχεση και συνάμα ένα τρυφερό υστερόγραφο επιστροφής στην αθωότητα και προσωπικής αναζήτησης της ελευθερίας.